Η προσευχή για τους αρρώστους. (ΑγιοςΠΑΪΣΙΟΣ)

– Γέροντα, παρακάλεσαν να σας πούμε να προσευχηθήτε για ένα άρρωστο παιδάκι και ρωτούν αν θα γίνη καλά.Τι να τους πούμε;
– Πέστε τους: «Ο» Γέροντας θα προσευχηθή. Ο Χριστός αγαπάει το παιδί και θα κάνη ό,τι είναι για το καλό του. Αν δη ότι το παιδί, όταν μεγαλώση, θα γίνη καλύτερο, θα ακούση την προσευχή του. Αν δη όμως ότι αργότερα δεν θα είναι σε καλή πνευματική κατάσταση, τότε, επειδή το αγαπάει, θα το πάρη». «Ζήτησε, λέει, και θα σου δώσω». Αλλά θα μου το δώση ο Θεός, αν εγώ είμαι δοσμένος στον Θεό· αλλιώς, τι να μου δώση την ζωή, για να ξεφύγω; Εγώ χαίρομαι, είτε γίνη καλά είτε πεθάνη ένας άρρωστος για τον οποίο προσεύχομαι.
– Γέροντα, είναι καλό να προσευχώμαστε για την υγεία μας;
– Καλύτερα είναι να ζητούμε από τον Θεό να ελευθερωθούμε από τα πάθη μας. Να ζητούμε δηλαδή πρώτα την Βασιλεία του Θεού. Αν παρακαλούμε τον Θεό να μας κάνη καλά, τρώμε την ουράνια περιουσία. Όταν όμως δεν αντέχουμε τους πόνους της αρρώστιας, τότε να παρακαλούμε τον Θεό να μας θεραπεύση, και Εκείνος θα ενεργήση ανάλογα.

– Γέροντα, το αν βοηθηθή ένας άρρωστος από την προσευχή που κάνουμε, εξαρτάται και από το τι ζητάει και ο ίδιος από τον Θεό;
– Ο άρρωστος, αν ζητάη από τον Θεό να γίνη καλά μόνον εκείνος και δεν προσεύχεται να γίνουν καλά και οι άλλοι άρρωστοι, δεν κάνει καλά. Εσύ, αδελφή, όταν ήσουν στον κόσμο και εργαζόσουν στο νοσοκομείο, τι έκανες, όταν ο άρρωστος δεν μπορούσε να λέη την ευχή;
– Την έλεγα εγώ, Γέροντα.
– Καλά εσύ, αλλά και ο άρρωστος έπρεπε να λέη κάποια προσευχή.
– Έλεγε και εκείνος «Παναγία μου» ή «Παναγία μου, σώσε με». Αλλά, Γέροντα, και η υπομονή στον πόνο δεν είναι προσευχή;
– Ναι, μπράβο! Είναι και αυτό! Εσείς, όταν σας ζητάη κάποιος να κάνετε προσευχή, γιατί την τάδε ημέρα θα μπη στο χειρουργείο, να προσεύχεσθε από την στιγμή που σας το ζητάει. Να μην περιμένετε την ώρα που θα μπη στο χειρουργείο να προσευχηθήτε. Και στις ακολουθίες, όταν λέη ο ιερέας «υπέρ των εν ασθενείαις κατακειμένων», να λέτε με πόνο το «Κύριε, ελέησον». Αν κάνετε με το διαπασών «βού…», για να πήτε «Κύριε, ελέησον» μουσικό, ο νους σας θα είναι στο «βού…» και στον χαβά, και οι άρρωστοι οι καημένοι που υποφέρουν θα περιμένουν από σας λίγη βοήθεια! Εκείνοι έχουν τον πόνο τους. Εσύ, που δεν έχεις πόνο, προσευχήσου για εκείνους, να βοηθηθούν. Αφού δεν αναστενάζεις στο κρεββάτι, αναστέναξε τουλάχιστον στην προσευχή για τους αρρώστους. Αν οι υγιείς δεν κάνουν λίγη προσευχή για τους αρρώστους, θα τους πη μεθαύριο ο Χριστός: «Είχατε την υγεία σας και δεν κάνατε προσευχή γι’ αυτούς που υπέφεραν; ‘’Ουκ οίδα υμάς…’’».
Αν για έναν άρρωστο δεν κάνουμε προσευχή, η αρρώστια θα ακολουθήση την φυσική της πορεία. Ενώ, αν κάνουμε προσευχή, μπορεί να αλλάξη δρόμο. Γι’ αυτό πάντα να κάνετε προσευχή για τους αρρώστους.

(ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ – ΛΟΓΟΙ Δ΄ – ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΖΩΗ)

2 σκέψεις σχετικά με το “Η προσευχή για τους αρρώστους. (ΑγιοςΠΑΪΣΙΟΣ)

  1. ΜΑΡΤΥΡΙΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΣΜΥΡΝΗΣ

    Η Εκκλησία του Θεού που παροικεί στη Σμύρνη, προς την Εκκλησία του Θεού που παροικεί στο Φιλομήλιο και προς όλες τις παροικίες της αγίας και καθολικής Εκκλησίας που βρίσκονται σε κάθε τόπο· εύχομαι το έλεος, η ειρήνη και η αγάπη του Θεού Πατρός και του Κυρίου μας Ιησού Χριστού να πληθαίνουν ανάμεσά σας.
    Προοίμιο

    Ι. Σάς γράφουμε, αδελφοί, τα σχετικά με τους μάρτυρες και τον μακάριο Πολύκαρπο, ο οποίος τερμάτισε τον διωγμό, ωσάν με το μαρτύριό του να τον σφράγισε. Όλα σχεδόν όσα συνέβησαν, καταδεικνύει από επάνω ο Κύριος σε εμάς το μαρτύριο που είναι σύμφωνο με το Ευαγγέλιο. Διότι περίμενε ο Πολύκαρπος να παραδοθεί, όπως είχε κάνει κι ο Κύριος, για να τον μιμηθούμε κι εμείς, ώστε να μη φροντίζουμε μόνον ό,τι ενδιαφέρει εμάς τους ίδιους, αλλά να φροντίζουμε και για την ωφέλεια των πλησίον μας. Διότι γνώρισμα της αυθεντικής και σταθερής αγάπης είναι να επιδιώκει κανείς όχι μόνον την επίτευξη της δικής του σωτηρίας, αλλά και όλων των αδελφών του.

    Τα μαρτύρια των χριστιανών

    ΙΙ. Είναι πράγματι μακάρια και γενναία όλα τα μαρτύρια που έγιναν σύμφωνα με το θέλημα του Θεού. Γι’ αυτό στον Θεό οφείλουμε να αναθέτουμε με περισσότερη ευλάβεια τη φροντίδα για όλα τα πράγματα της ζωής μας. Ποιος λοιπόν δεν θα έπρεπε να θαυμάσει τη γενναιότητα, την καρτερία και την αγάπη τους που είχαν για τον Κύριο; Με το μαστίγωμα καταξέσχιζαν το κορμί των μαρτύρων, μέχρι του σημείου να διακρίνεται η δομή της σάρκας, ως τις εσωτερικές φλέβες και αρτηρίες· εκείνοι όμως υπέμειναν θαρραλέα, ώστε οι παρευρισκόμενοι να αισθάνονται οίκτο και να ξεσπούν σε οδυρμό. Έφθασαν επίσης σε τέτοιο βαθμό γενναιότητας, ώστε κανένας από τους μάρτυρες να μη βγάλει άχνα και στεναγμό, φανερώνοντας σε όλους μας ότι την ώρα που βασανίζονταν οι μάρτυρες του Χριστού ήταν απόντες από τη σάρκα τους, η καλύτερα ότι ήταν εκεί παρών ο ίδιος ο Κύριος και ομιλούσε μαζί τους. Και καθώς ήταν προσηλωμένοι στη χάρη του Χριστού, περιφρονούσαν τα εγκόσμια βάσανα, εξαγοράζοντας εντός μιας ώρας την αιώνια κόλαση. Ακόμη και το καμίνι της φωτιάς, στο οποίο ρίχνονταν από τους απάνθρωπους βασανιστές, τους φαινόταν δροσερό. Γιατί ένα μέλημα είχαν μπροστά στα μάτια τους, το να ξεφύγουν το αιώνιο πυρ που δεν σβήνει ποτέ, και με τα μάτια της καρδιάς τους έβλεπαν υψηλά τα αγαθά, τα προοριζόμενα για όσους υπομείνουν, αγαθά που ούτε αυτί άκουσε, ούτε μάτι τα είδε, κι ούτε λογισμός του ανθρώπου τα ‘βαλε. Αυτά τα αγαθά επιδεικνύονταν από τον Κύριο μόνο σε εκείνους, οι οποίοι δεν ήταν πλέον άνθρωποι, αλλά άγγελοι. Το ίδιο και όσοι καταδικάστηκαν στα θηρία υπέφεραν τρομερές τιμωρίες, καθώς τοποθετούνταν επάνω σε αγκαθωτά κολαστήρια όργανα και υφίσταντο ποικίλα άλλα είδη βασάνων, με σκοπό να τους εξαναγκάσει ο τύραννος να αρνηθούν την πίστη τους με την επίμονη τιμωρία, εάν βέβαια μπορέσει.
    Η γενναιότητα των μαρτύρων

    ΙΙΙ. Πολλά λοιπόν ο διάβολος μηχανευόταν εναντίον τους, αλλά δόξα τω Θεώ, διότι δεν τους κατέβαλε όλους. Διότι ο γενναιότατος Γερμανικός τους εμψύχωνε όταν έδειχναν δειλία με την υπομονή του, ο οποίος αντιμετώπισε με ανδρεία τα θηρία. Αν και ο ανθύπατος επιθυμούσε να τον μεταπείσει από τη γνώμη του, λέγοντάς του να λυπηθεί τη νεότητά του, αυτός προκάλεσε το θηρίο δυναμικά προς τον εαυτό του, θέλοντας να απαλλαγεί το ταχύτερο από την άδικη και παράνομη πολιτεία των ειδωλολατρών. Από τη στιγμή αυτή όλο το πλήθος, αφού θαύμασε τη γενναιότητα του θεοφιλούς και θεοσεβούς γένους των χριστιανών, φώναξε δυνατά:
    – Έξω οι άθεοι. Να ‘ρθεί εδώ ο Πολύκαρπος!

    Η περίπτωση του Κόιντου

    IV. Ένας όμως από τους χριστιανούς, ονομαζόμενος Κόιντος, ο οποίος πρόσφατα είχε έλθει από τη Φρυγία, μόλις είδε τα θηρία δείλιασε. Ενώ ο ίδιος ήταν εκείνος ο οποίος είχε πείσει και τον εαυτό του και μερικούς άλλους να προσέλθουν για να μαρτυρήσουν εκουσίως. Αυτόν έπεισε με επίμονες συστάσεις ο ανθύπατος να ορκιστεί και να θυσιάσει στα είδωλα. Γι’ αυτό λοιπόν, αδελφοί, δεν επαινούμε εκείνους που πάνε να μαρτυρήσουν χωρίς να τους πιέσει κανείς, επειδή δεν διδάσκει έτσι το Ευαγγέλιο.
    Ο επίσκοπος Σμύρνης Πολύκαρπος
    V. Ο δε θαυμασιότατος Πολύκαρπος, μόλις άκουσε κατά πρώτον περί του επεισοδίου, δεν ταράχθηκε, αλλά ήθελε να μείνει μέσα στην πόλη. Οι πολλοί όμως τον έπεισαν να εξέλθει κρυφά. Και εξήλθε μυστικά σε μικρό αγρόκτημα, το οποίο δεν απείχε πολύ από την πόλη και διέμενε εκεί μαζί με λίγους συνοδούς. Νύκτα και ημέρα δεν έκαμε τίποτα άλλο, παρά προσευχόταν για όλους και για τις Εκκλησίες της οικουμένης, όπως συνήθιζε. Και ενώ προσευχόταν τρεις μέρες προτού συλληφθεί, περιήλθε σε οπτασία και είδε το προσκέφαλό του να καίγεται από πυρ. Και στραφείς είπε προς τους συνοδούς του:
    – Πρόκειται να καώ ζωντανός.
    VI. Και επειδή οι διώκτες επέμεναν στην αναζήτηση, μετέβη σε άλλο αγρόκτημα. Και αμέσως κατέφθασαν οι διώκτες του και, επειδή τον βρήκαν, συνέλαβαν δύο υπηρέτες, των οποίων ο ένας, έπειτα από βασανισμό, ομολόγησε. Ήταν άλλωστε αδύνατο να διαφύγει την προσοχή, εφ’ όσον οι προδότες προέρχονταν από τους δικούς του. Και ο αστυνόμος, ο οποίος έτυχε να έχει το ίδιο όνομα λεγόμενος Ηρώδης, έσπευδε για να τον εισαγάγει στο στάδιο, έτσι ώστε εκείνος μεν να εκπληρώσει την αποστολή η οποία του ορίσθηκε, γινόμενος κοινωνός του Χριστού, οι δε προδώσαντες αυτόν να λάβουν την ίδια με τον Ιούδα τιμωρία.
    VII. Αστυνομικοί λοιπόν και ιππείς, έχοντες μαζί τους τον υπηρέτη, εξήλθαν με τον συνήθη οπλισμό τους την Παρασκευή κατά την ώρα του δείπνου, σαν να έτρεχαν εναντίον ληστού (Μτ. 26,55). Όταν αργά το βράδυ εισέβαλαν, τον βρήκαν ξαπλωμένο σε ένα ανώγειο δωμάτιο. Αν και μπορούσε να απομακρυνθεί επίσης από εκεί σε άλλο τόπο, αλλά δεν θέλησε ειπών: «Ας γίνει το θέλημα του Θεού» (Πράξ. 21,14). Καθώς άκουσε λοιπόν ότι είχαν φθάσει, κατέβη στο ισόγειο και συζήτησε μαζί τους, ενώ όλοι οι παρόντες θαύμαζαν την ηλικία και το παράστημά του, και απορούσαν διατί υπήρχε τόση σπουδή να συλληφθεί τέτοιος γέρων. Παρήγγειλε λοιπόν αμέσως να τους παρατεθεί τράπεζα εκείνη την ώρα για να φάγουν και να πιούν όσο θέλουν, τους παρακάλεσε δε να του δώσουν καιρό να προσευχηθεί ανενόχλητα. Αφού δε του το επέτρεψαν, σταθείς προσευχήθηκε και ήταν τόσο γεμάτος θεία χάρη, ώστε επί δύο ώρες να μην μπορεί να σιωπήσει. Οι δε ακούσαντες εξεπλήσσοντο και πολλοί μετανοούσαν διότι είχαν έλθει εναντίον ενός τόσο θεοπρεπούς γέροντος.
    VIII. Όταν δε κάποτε αφού τελείωσε την προσευχή του, αφού εμνημόνευσε όλους όσοι κάποτε είχαν έλθει σε επαφή μαζί του, μικρούς και μεγάλους, ενδόξους και αδόξους, και όλη την ανά την οικουμένη καθολική Εκκλησία, ήλθε η ώρα να εξέλθουν. Τοποθετήσαντες λοιπόν αυτόν επάνω σε όνο, τον έφεραν στην πόλη την ημέρα του Μεγάλου Σαββάτου. Τον προϋπάντησαν δε ο αστυνόμος Ηρώδης και ο πατέρας του Νικήτης, οι οποίοι, αφού τον μετέφεραν στην άμαξα, κάθισαν δίπλα του και προσπαθούσαν να τον πείσουν λέγοντες:
    – Τι κακό είναι να πεις «ο Καίσαρας είναι Κύριος», και να θυσιάσεις και να κάνεις τα ακόλουθα σ’ αυτά και να σωθείς;
    Αυτός δε αρχικώς μεν δεν αποκρινόταν σ’ αυτούς, επειδή όμως επέμεναν, είπε:
    – Δεν πρόκειται να κάνω ό,τι με συμβουλεύετε. Εκείνοι δε, αφού απέτυχαν να τον μεταπείσουν, έλεγαν σκληρούς λόγους και τον καταβίβασαν με σπουδή, ώστε κατερχόμενος από την άμαξα να ξεσχίσει το αντικνήμιό του. Και χωρίς να το λάβει υπ’ όψιν του, σαν να μην είχε πάθει τίποτα, βάδιζε με προθυμία και σπουδή οδηγούμενος προς το στάδιο, όπου επικρατούσε τόσος θόρυβος, ώστε να είναι δυνατόν ούτε να ακουσθεί κανείς.
    Η ομολογία του Πολυκάρπου
    IX. Καθώς δε εισερχόταν στο στάδιο ο Πολύκαρπος, του ήλθε φωνή εξ ουρανού:
    – «Να είσαι ισχυρός και ανδρείος, Πολύκαρπε», διότι είμαι μαζί σου.
    Και τον μεν ομιλήσαντα δεν είδε κανείς, τη δε φωνή άκουσαν οι παρόντες από τους δικούς του. Στη συνέχεια, καθώς προσήχθη, έγινε μέγας θόρυβος, μόλις άκουσαν ότι είχε συλληφθεί ο Πολύκαρπος. Μόλις λοιπόν προσήχθη, τον ρώτησε ο ανθύπατος, αν αυτός είναι ο Πολύκαρπος. Αφού δε το ομολόγησε, προσπαθούσε να τον πείσει να αρνηθεί λέγων:
    – «Λυπήσου την ηλικία σου», και άλλα παρόμοια μ’ αυτά, όπως συνηθίζουν αυτοί να λέγουν:
    – «Ορκίσου στην τύχη του Καίσαρα, μετανόησε, πές «έξω οι άθεοι»».
    Ο δε Πολύκαρπος κοιτάζοντας με σοβαρό πρόσωπο προς όλο το πλήθος των άνομων ειδωλολατρών, οι οποίοι βρισκόντουσαν στο στάδιο, και σηκώνοντας προς αυτούς το χέρι, στενάξας και παρατηρήσας προς τον ουρανό είπε:
    – «Έξω οι άθεοι».
    Όταν δε ο ανθύπατος επέμενε λέγων «ορκίσου και θα σε απολύσω, καταράσου τον Χριστόν», είπε ο Πολύκαρπος:
    – «Ογδόντα έξι χρόνια τον υπηρετώ και δεν με αδίκησε σε τίποτα. Πως λοιπόν μπορώ να βλασφημήσω τον βασιλέα και σωτήρα μου»;
    X. Όταν δε πάλι εκείνος επέμενε, λέγων «ορκίσου στην τύχη του Καίσαρα», ο Πολύκαρπος αποκρινόταν:
    – Εάν αυταπατάσαι νομίζοντας ότι θα ορκισθώ στην τύχη του Καίσαρα, όπως λέγεις, και προσποιήσαι ότι αγνοείς ποιος είμαι, άκουσε τον θαρραλέο λόγο μου «είμαι Χριστιανός». Εάν δε θέλεις να μάθεις τη διδασκαλία του Χριστιανισμού, όρισε ημέρα συνεντεύξεως και θα ακούσεις.
    Ο ανθύπατος είπε:
    – Πείσε γι’ αυτά τον λαό.
    Ο δε Πολύκαρπος είπε:
    – Σε μεν θεώρησα άξιο να σου απευθύνω τον λόγο, διότι έχουμε διδαχθεί να απονέμουμε στις αρχές και τις εξουσίες τις διορισμένες υπό του Θεού, την αρμόζουσα τιμή, εφ’ όσον δεν ζημιώνεται η πίστη μας. Εκείνους όμως δεν τους θεωρώ αξίους να ακούσουν την απολογία μου.
    XI. Ο δε ανθύπατος είπε:
    – Θηρία έχω θα σε ρίξω σ’ αυτά, εάν δεν μετανοήσεις.
    Αυτός δε είπε:
    – Κάλεσέ τα. Διότι για μας είναι αδιανόητη η μετάνοια από τα καλύτερα προς τα χειρότερα, καλό δε είναι η μετάνοια από τα άδικα προς τα δίκαια.
    Εκείνος δε είπε πάλι προς αυτόν:
    – Εάν περιφρονείς τα θηρία, θα ορίσω να φαγωθείς από πυρ, εφ’ όσον δεν μετανοήσεις.
    Ο δε Πολύκαρπος είπε:
    – Με απειλείς με πυρ το οποίο καίεται πρόσκαιρα και μετ’ ολίγο σβήνεται. Διότι αγνοείς το πυρ της μελλούσης κρίσεως και αιωνίου κολάσεως, το οποίο επιφυλάσσεται για τους ασεβείς. Αλλά γιατί βραδύνεις; Φέρε ό,τι θέλεις.
    Το μαρτυρικό τέλος του Πολυκάρπου
    XII. Λέγοντας δε αυτά και άλλα πολλά, ήταν γεμάτος θάρρος και χαρά και το πρόσωπό του ήταν πλήρες χάριτος, ώστε όχι μόνο μα μην καταρρεύσει ταραγμένος από τα λεχθέντα προς αυτόν, αλλ’ αντιθέτως ο ανθύπατος να εκπλαγεί και να στείλει τον κήρυκά του στο μέσο του σταδίου για να κηρύξει τρεις φορές «ο Πολύκαρπος ομολόγησε ότι είναι Χριστιανός».
    Όταν λέχθηκε αυτό υπό του κήρυκα, όλο το πλήθος των Εθνικών και Ιουδαίων, των κατοικούντων στη Σμύρνη, κραύγαζε με μεγάλη φωνή και ασυγκράτητο θυμό:
    – Αυτός είναι ο διδάσκαλος της Ασίας, ο πατήρ των Χριστιανών, ο καθαιρέτης των θεών μας, ο διδάσκων τα πλήθη να μη θυσιάζουν και να μην προσκυνούν.
    Λέγοντας αυτά ζητούσαν με κραυγές από τον ασιάρχη Φίλιππο να απολύσει τον λέοντα κατά του Πολυκάρπου. Αυτός όμως είπε ότι δεν του επιτρέπεται τούτο, γιατί οι θηριομαχίες είχαν τελειώσει. Τότε αποφάσισαν να κραυγάζουν μαζικώς «να καεί ζωντανός ο Πολύκαρπος». Διότι έπρεπε να εκπληρωθεί το προαγγελθέν με την οπτασία, η οποία του είχε φανερωθεί σχετικώς με το προσκεφάλαιο, όταν προσευχόμενος το είδε να καίεται και στραφείς προς τους πλησίον του πιστούς είπε προφητικώς:
    – Πρόκειται να καώ ζωντανός.
    XIII. Συνέβησαν δε αυτά με εξαιρετική ταχύτητα, γρηγορότερα απ’ όσο ελέγοντο. Τα πλήθη συνέλεγαν αυτοστιγμεί ξύλα και φρύγανα από εργαστήρια και τα λουτρά, ενώ οι Ιουδαίοι κατά τη συνήθειά τους τους βοηθούσαν στο έργο πρόθυμα. Όταν δε ετοιμάσθηκε η φωτιά, αφού απέθεσε δίπλα του όλα τα ενδύματα και έλυσε τη ζώνη, προσπάθησε να λύσει και τα υποδήματα, ενώ προηγουμένως δεν το έκανε ποτέ, διότι πάντοτε όλοι οι πιστοί έσπευδαν, ποιος να αγγίξει γρηγορότερα το δέρμα του. Διότι και προ του μαρτυρίου ήταν στολισμένος με κάθε χάρη λόγω της αγαθής του διαγωγής. Αμέσως έπειτα τέθηκαν σ’ αυτόν τα κατάλληλα για τη φωτιά όργανα. Όταν δε επρόκειτο να τον καρφώσουν είπε:
    – Αφήστε με έτσι. Διότι αυτός, ο οποίος μου έδωσε τη δύναμη να υποφέρω το πυρ, θα μου δώσει τη δύναμη να μείνω ατάραχος στη φωτιά και χωρίς την ασφάλεια από τα καρφιά σας.

    XIV. Εκείνοι λοιπόν δεν τον κάρφωσαν μεν, αλλά τον έδεσαν. Αφού δε έβαλε πίσω τα χέρια του και προσδέθηκε σαν ευγενής κριός διαλεγμένος από μεγάλο ποίμνιο για θυσία, ολοκαύτωμα ετοιμασμένο και δεκτό από τον Θεό, κοίταξε επάνω προς τον ουρανό και είπε:
    – Κύριε, ο παντοκράτωρ Θεός (Αποκ. 4,8. 11,17. 21,22), ο πατήρ του αγαπητού και ευλογητού παιδός σου Ιησού Χριστού, δια του οποίου δεχθήκαμε την επίγνωση περί σου, ο Θεός των αγγέλων και των δυνάμεων, όλης της κτίσεως και όλου του γένους των δικαίων οι οποίοι ζουν ενώπιόν σου, Σε ευλογώ διότι με αξίωσες αυτής της ημέρας και ώρας, να λάβω μέρος στον αριθμό των μαρτύρων εντός του ποτηρίου του Χριστού σου, για ανάσταση σε αιώνια ζωή ψυχής και σώματος, σε αφθαρσία Αγίου Πνεύματος. Είθε σήμερα να γίνω σ’ αυτούς δεκτός ενώπιόν σου ως θυσία πλουσία και ευπρόσδεκτος, καθώς προετοίμασες και προφανέρωσες και εξεπλήρωσες Συ ο αψευδής και αληθινός Θεός. Δια τούτο και δι’ όλα τα άλλα Σε αινώ, Σε ευλογώ, Σε δοξάζω δια του αιωνίου και επουρανίου αρχιερέως Ιησού Χριστού, αγαπητού παιδός σου, δια του οποίου σε Σένα μαζί με Αυτόν και το Άγιο Πνεύμα αρμόζει δόξα τώρα και στους μέλλοντες αιώνες. Αμήν.

    XV. Αφού δε ανέπεμψε το αμήν και τελείωσε την ευχή, οι αρμόδιοι άνθρωποι δια το πυρ, άναψαν τη φωτιά. Καθώς δε έλαμψε μεγάλη φλόγα, είδαμε θαύμα εμείς στους οποίους δόθηκε να δούμε, οι οποίοι και διασωθήκαμε για να απαγγείλλουμε τα συμβάντα στους άλλους. Δηλαδή το πυρ, σχημάτισαν είδος καμάρας, σαν ιστίου πλοίου φουσκωμένο από τον άνεμο, κύκλωσε γύρω το σώμα του μάρτυρος, και τούτο ήταν εκεί στο μέσο όχι σαν σάρκα καιομένη, αλλά σαν άρτος ψημένος η σαν χρυσός και άργυρος καθαριζόμενος σε κάμινο. Και η ευωδία την οποία αισθανόμασταν ήταν δυνατή, σαν να κάπνιζε λιβανωτό ή άλλο πολύτιμο άρωμα.

    XVI. Τέλος, ιδόντες οι άνομοι ότι το σώμα του δεν ήταν δυνατόν να φαγωθεί από το πυρ, διέταξαν να τον πλησιάσει εκτελεστής και να βυθίσει στο σώμα του ξιφίδιο. Όταν δε έπραξε τούτο, εξήλθε άφθονο αίμα γύρω στο στήθος, ώστε να σβήσει τη φωτιά και να θαυμάσει όλος ο όχλος ότι τόση διαφορά υπάρχει μεταξύ των απίστων και των εκλεκτών. Ένας απ’ εκείνους και αυτός, ο θαυμασιότατος Πολύκαρπος, ο οποίος ανεδείχθη κατά τους χρόνους μας αποστολικός και προφητικός διδάσκαλος και επίσκοπος της καθολικής Εκκλησίας στη Σμύρνη. Διότι κάθε λόγος τον οποίο άφησε από το στόμα του και εκπληρώθηκε και θα εκπληρωθεί.

    Μετά από το μαρτύριο

    XVII. Ο δε αντίζηλος, ο φθονερός, ο πονηρός, ο εχθρός του γένους των δικαίων, καθώς αντιλήφθηκε τη σπουδαιότητα της μαρτυρίας του και την εξ αρχής ανεπίληπτη σταδιοδρομία του και τον είδε στεφανωμένο με τον στέφανο της αφθαρσίας και κατακτητή ενός ασυναγώνιστου βραβείου, κατάφερε ώστε ούτε το πτώμα του να μην παραληφθεί από εμάς, αν και πολλοί επιθυμούσαν να το παραλάβουν, για να αγγίξουν ούτω το άγιο σαρκίο του. Υπέβαλε λοιπόν στον Νικητή, τον πατέρα του Ηρώδη και αδελφό της Άλκης, να ζητήσει από τον άρχοντα να μη δώσει το σώμα του, «μη τυχόν, λέγει, αφήσαντες τον εσταυρωμένο αρχίσουν να λατρεύουν τούτο». Και ταύτα είπε με υποβολή και ενίσχυση των Ιουδαίων, οι οποίοι και προφύλαξαν όταν επεχειρήσαμε να τον παραλάβουμε από την πυρά, αγνοούντες ότι δεν θα μπορέσουμε ούτε τον Χριστό να εγκαταλείψουμε ποτέ, τον παθόντα υπέρ της σωτηρίας των σωζωμένων σε ολόκληρο τον κόσμο, τον άμωμο υπέρ των αμαρτωλών, ούτε κάποιον άλλο να λατρεύσουμε. Διότι τούτον μεν προσκυνούμε ως Υιόν του Θεού, τους δε μάρτυρες αγαπούμε ως μαθητές και μιμητές του Κυρίου, επαξίως λόγω της ανυπερβλήτου αφοσιώσεως στο βασιλέα και διδάσκαλό τους. Είθε και εμείς να γίνουμε κοινωνοί και συμμαθητές αυτών.

    XVIII. Ιδών λοιπόν ο εκατόνταρχος την υποκινηθείσα από τους Ιουδαίους φιλονικία, τον τοποθέτησαν στο μέσο και κατά τη συνήθειά τους τον έκαψε. Έτσι εμείς, συλλέξαντες ύστερα τα οστά του, τα τιμιώτερα από πολυτελείς λίθους, και ευγενέστερα από χρυσό, τα ενταφιάσαμεν σε κατάλληλο τόπο. Καθώς δε θα συναθροιζόμαστε εκεί κατά δύναμη με αγγαλλίαση και χαρά, ο Κύριος θα επιτρέψει να εορτάζουμε τη γενέθλιο ημέρα του μαρτυρίου του τόσο σε μνήμη των προαθλησάντων, όσο και σε άσκηση και ετοιμασία των μελλοντικών αθλητών.

    Επίλογος

    XIX. Αυτά συνέβησαν στον μακάριο Πολύκαρπο, ο οποίος μαρτύρησε στη Σμύρνη δωδέκατος κατά σειρά μαζί με τους προερχόμενους από τη Φιλαδέλφεια. Βεβαίως μόνον αυτός μνημονεύεται κατ’ εξοχήν από όλους και διαλαλείται επίσης υπό των Εθνικών σε κάθε τόπο. Διότι δεν ήταν μόνον επίσημος διδάσκαλος, αλλ’ έγινε και έξοχος μάρτυς, του οποίου το μαρτύριο όλοι επιθυμούν να μιμηθούν, ως γενόμενο κατά το ευαγγέλιο του Χριστού. Κατανικήσας δια της υπομονής του τον άδικο άρχοντα και ούτω κερδίσας τον στέφανο της αφθαρσίας, αγαλλόμενος μαζί με τους αποστόλους και όλους τους δικαίους, δοξάζει τον Θεόν και Πατέρα παντοκράτορα και ευλογεί τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό, τον σωτήρα των ψυχών ημών και κυβερνήτη των σωμάτων ημών και ποιμένα της ανά την οικουμένη Καθολικής Εκκλησίας.

    XX. Σεις μεν εζητήσατε να σάς εκθέσουμε δια μακρών τα συμβάντα, εμείς δε προς το παρόν σάς τα διηγηθήκαμε επιτόμως δια του αδελφού ημών Μαρκίωνος. Αφού λοιπόν πληροφορηθείτε ταύτα, στείλατε την επιστολή και στους παραπέρα αδελφούς, δια να δοξάζουν και εκείνοι τον Κύριο, ο οποίος εκλέγει τους εξαιρέτους από τους δούλους του. Σ’ αυτόν δε ο οποίος με τη χάρη και δωρεάν του μπορεί να εισαγάγει όλους εμάς στην επουράνια βασιλεία του δια του παιδός αυτού, του μονογενούς Ιησού Χριστού, δόξα, τιμή, κράτος, μεγαλοσύνη στους αιώνας. Χαιρετήσατε όλους τους αγίους. Σάς χαιρετίζουν όσοι είναι μαζί μας. Και ο Ευάρεστος ο οποίος έγραψε την επιστολή με όλη την οικογένειά του.

    Πρόσθετος επίλογος

    XXI. Μαρτύρησε δε ο μακάριος Πολύκαρπος τη Δευτέρα του μηνός Ξανθικού ισταμένου, κατά δε το ρωμαϊκό ημερολόγιο επτά προ των καλανδών του Μαρτίου (= 23 Φεβρουαρίου), μέγα Σάββατο, ώρα ογδόη. Συνελήφθη δε υπό του Ηρώδη επί αρχιερέως Φιλίππου Τραλλιανού, ανθυπατεύοντος του Στατίου Κοδράτου, βασιλεύοντος δε εις τους αιώνας του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, στον οποίο ανήκει η δόξα, τιμή, μεγαλοσύνη, θρόνος αιώνιος από γενεάς εις γενεάν. Αμήν.

    XXII. Ευχόμεθα, αδελφοί, να είσθε υγιείς, ακολουθούντες τον κατά το Ευαγγέλιο λόγο του Ιησού Χριστού (μετά του οποίου δόξα ανήκει στον Θεό Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, χάριν της σωτηρίας των εκλεκτών αγίων), σύμφωνα με τον οποίο μαρτύρησε ο μακάριος Πολύκαρπος, επί των ιχνών του οποίου είθε να βρεθούμε και εμείς στη βασιλεία του Ιησού Χριστού.

    [Η νεοελληνική μετάφραση του «Μαρτυρίου του Αγίου Πολυκάρπου» προέρχεται από την ομώνυμη έκδοση της Ιεράς Μητροπόλεως Νέας Σμύρνης (2003), με νεότερη μεταφραστική εργασία και επιμέλεια του π. Κων/νου Παπαθανασίου]

    ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ ΤΗΣ Ι.Μ.ΝΕΑΣ ΣΜΥΡΝΗΣ

    Αρέσει σε 1 άτομο

  2. Ο ΠΑΠΑΣ ΠΟΥ ΜΥΡΙΖΕ ΒΑΣΙΛΙΚΟ: ΠΑΠΑ-ΘΑΝΑΣΗΣ ΠΙΑΣ (1894-1947)

    http://www.egolpion.com/dat/0A617C9E/image1.bmp?635210475205687560

    Ο ΠΑΠΑΣ ΠΟΥ ΜΥΡΙΖΕ ΒΑΣΙΛΙΚΟ
    ΠΑΠΑ – ΘΑΝΑΣΗΣ ΠΙΑΣ

    (1894-1947)

    Π Ε Ρ Α Ν Α Π Ο Τ Ο Κ Α Θ Η Κ Ο Ν
    Ι.Μ.ΧΑΤΖΗΦΩΤΗ

    Στην καρδιά της Δυτικής Ρούμελης, ανάμεσα στα βουνά Οξυά – Ομάλια – Λάλκα και τα φημισμένα Βαρδούσια, και σε υψόμε­τρο 850 μ., είναι φωλιασμένη η Ελατόβρυση, που ανήκει διοικη­τικά στην Επαρχία Ναυπακτίας. Ένα χωριό πνιγμένο μέσα στα έλατα. Σ’ αυτό το όμορφο χωριό, που ήταν ως το 1947 το κέντρο της περιοχής και πρωτεύουσα του τέως Δήμου Οφιονείας, γεννήθηκε το 1894 ο Αθανάσιος Πιάς, όγδοο και τελευταίο παιδί του Γεωργίου Αθ. Πιά και της Αικατερίνης το γένος Σπανού.
    Τα πρώτα χρόνια της ζωής του τα πέρασε στο χωριό, όπου απέκτησε το απολυτήριο του Σχολαρχείου. Από το 1913 ως το 1922 υπηρέτησε συνεχώς την πατρίδα και έλαβε μέρος στους απελευθερωτικούς αγώνες για τις νέες χώρες, καθώς και στην εκστρατεία της Μικρασίας. Το σχολικό έτος 1923-1924 παρακολούθησε μαθήματα στην Εκκλησιαστική Σχολή Άμφισσας. Το 1923 νυμφεύθηκε την Πολυξένη, θυγατέρα Θεοδώρου Λιάρου, από τη γειτονική Κοινό­τητα Κερασιάς Δωρίδας και το 1925 αφήνοντας το χωριό του, σε αναζήτηση καλύτερων συνθηκών ζωής, εγκαταστάθηκε στον Δή­μο Ναυπάκτου.
    Από το 1925 ως το 1934 ασχολήθηκε με διάφορες βιοποριστι­κές εργασίες, ιδιαίτερα με την καλλιέργεια ενός μισθωμένου κτή­ματος στην Παλαιοπαναγιά, που ανήκε στη συγγενή του Ηλέκτρα σύζυγο Παναγιώτη Λιάρου, η οποία έμενε στην Αμερική. Απέκτησε οκτώ παιδιά, από τα οποία έζησαν, μεγάλωσαν και απέκτησαν οικογένεια τα τέσσερα. Το 1934, όταν κενώθηκε θέση, χειροτονήθηκε ιερέας, σε εκπλή­ρωση διακαούς επιθυμίας του, και τοποθετήθηκε εφημέριος στη ενορία Αγίου Γεωργίου της Κοινότητας Κάτω Βασιλικής Ναυπακτίας. Μετά από 5 χρόνια, το 1939, μετατέθηκε στην ενορία Αγίας Τριάδος της γενέτειράς του Κοινότητας Ελατόβρυσης, υστέρα από επίμονο αίτημα των ενοριτών.
    Το 1940-1941 συμπαραστάθηκε ψυχικά, ηθικά και υλικά στον αγώνα του έθνους για την απόκρουση των Ιταλο-Γερμανο-Βουλγάρων επιδρομέων και το 1942-45 εντάχθηκε σε αντιστασιακή ομάδα και αγωνίσθηκε για άλλη μια φορά για την πατρίδα του και την ελευθερία της. Το 1946 τοποθετήθηκε Αρχιερατικός Επίτροπος του τέως Δήμου Οφιονείας στην τραγική εκείνη για τον τόπο μας περίο­δο. Μετά ένα χρόνο, τον Μάιο 1947, βρήκε μαρτυρικό θάνατο. Παραδίδοντας το πνεύμα σιγοψιθύρισε: «Τον αγώνα τον καλόν ηγώνισμαι, τον δρόμον τετέλεκα, την πίστιν τετήρηκα».
    Οι γονείς του Γεώργιος και Αικατερίνη ήσαν φτωχοί, αλλά ευσεβείς, ενάρετοι και εργατικοί άνθρωποι. Στάλαζαν συστημα­τικά στα παιδιά τους την αγάπη για την πατρίδα και τα γαλουχούσαν με τα διδάγματα της ελληνορθόδοξης πίστης. Είχαν οκτώ παιδιά (πέντε αγόρια και τρία κορίτσια). Ο Παπαθανάσης ήταν ο μικρότερος της πολυμελούς οικογένειας. Το κοινωνικό περιβάλλον στο χωριό του Ελατόβρυση στις αρχές του αιώνα μας, παρά τις στερήσεις και την έλλειψη πολιτι­στικής υποδομής, είχε αναπτυγμένο το κοινοτικό πνεύμα. Οι συγχωριανοί συνεργάζονταν στην κατασκευή των σπιτιών τους και στην καλλιέργεια των χωραφιών τους. Συμμετείχε ολόψυχα ο ένας στη χαρά και στη λύπη του άλλου.
    Ο τόπος μόλις έβγαινε από τη δοκιμασία του άτυχου πολέμου του 1897, διετηρείτο όμως έντονη η αγάπη στην πατρίδα και η προσήλωση στα εθνικά ιδανικά, που οδήγησαν στο μεγάλο ξεκί­νημα του 1913, που υπερδιπλασίασε την Ελλάδα. Ο νεαρός Αθανάσιος έχοντας ευσεβείς γονείς και καλούς δασκάλους, τέθηκε οικειοθελώς στην υπηρεσία της πατρίδας (1913-1922). Υπηρέτησε για μεγάλο χρονικό διάστημα στο θρυλικό 39οΣύνταγμα Ευζώνων, με το οποίο αγωνίσθηκε στη Θεσσαλία στη Μακεδονία, στη Θράκη, στο Αρχιπέλαγος και στη Μικρά Ασία.
    Βγήκε σώος και υγιής από τις κακουχίες του μακροχρόνιου και σκληρού πολέμου και με την ικανοποίηση ότι υπηρέτησε, με όλες τις δυνάμεις του, την Ελλάδα. Μετά την αποστράτευσή του, έχοντας κλίση προς την Ιεροσύ­νη, πήγε στην Εκκλησιαστική Σχολή της Φωκίδας, όπου απέ­κτησε τα απαραίτητα εφόδια για το λειτούργημα που επέλεξε, δείχνοντας σε όλο το διάστημα των σπουδών του επιμέλεια και ζήλο.

    Εμφύλιος Πόλεμος Μαρτύριο – Εκτέλεση


    Ο Παπα-Θανάσης φαίνεται ότι διέβλεπε την εξέλιξη των γε­γονότων και διαισθανόταν το τέλος του. Καταλάβαινε ότι ο τό­πος βάδιζε σε εμφύλια σύρραξη και προσευχόταν για να αποτραπεί η άσκοπη αιματοχυσία.
    Πιστός στο καθήκον και το ποίμνιο που του είχε εμπιστευθεί η Εκκλησία δεν άκουσε τις παροτρύνσεις μερικών ενοριτών του και αντίθετα με τις ικεσίες της πρεσβυτέρας να φύγει κρυφά από το χωριό, για να διαφυλάξει τη ζωή του, που κινδύνευε, εκείνος παρέμεινε εκεί, όπου τάχθηκε.
    Ήταν παλικάρι και το έδειξε. Αν ήταν δειλός, θα έβγαινε ζωντανός από τη θυέλλα. Και επειδή ήταν παλικάρι, γι’ αυτό έμεινε στο χωριό του, κοντά στους ενορίτες του. Και γνώρισε μαρτυρικό θάνατο.
    Από την παρατιθέμενη επιστολή της 15ης Απριλίου 1947, προς τον γιό του Κώστα, γίνεται φανερό ότι έβλεπε τις δυσκολί­ες και τον κίνδυνο, όταν συνιστούσε: «Εις τα μελλοντικά σου γράμματα πληροφόρησέ μας τα της υγείας και τα της οικογενεια­κής μας μόνον ζωής· έτσι!»:
    «Ελατόβρυση 15-4-1947
    Παιδί μου Κώστα, Χριστός Ανέστη! Σε ασπαζόμεθα άπαντες.
    Ελάβαμε παπούτσια Δαμιανού και γράμμα σου σήμερον εκ Κρυονερίων. Ευχαριστήθηκε τόσον ο Δαμιανός όσον και ημείς.
    Κώστα, εις τα μελλοντικό σου γράμματα πληροφόρησέ μας τα της υγείας και τα της οικογενειακής μας μόνον ζωής· έτσι!
    Μέγα Σάββατον μας επεσκέφθησαν οι αντάρται ξημερώματα Πάσχα Άνω-Κάτω Χώραν.
    Λοιπόν, μην ανησυχείς διόλου· ημείς δεν διατρέχομεν κίνδυ­νον, διότι προσπαθούμε πάντα για γενικόν καλόν.
    Μας γράφεις αν υπάρχει ανάγκη ενισχύσεώς μας· κύττα τη δουλειά σου γιατί ημείς, ναί μεν έχομεν πάντα ανάγκας, αλλά μόλις με πρώτην ευκαιρίαν θα πουλήσωμε πράγματα. Αν πάλιν, σοί πλεονάζουν, χωρίς στενοχώρια δική σου, όσο να πουλήσου­με, μόνος σου κανόνισε.
    Η μάνα και Δαμιανός Κυριακή Θωμά θάναι κάτω.
    Αυτά το ολίγα. Εύχομαι να εννοήσεις πολλά. Εις Πιαίους και φίλους, Ηλίαν και πάντας τους χωριανούς, συγγενείς, φίλους Χριστός Ανέστη! μεταβιβάζεις.
    Μάνα, Δαμιανός, Κατίνα, Νίτσα και πάντες συγγενείς σε φιλούν δι’ εμού.
    Σε φιλώ ο πατέρας σου».
    Και από άλλη επιστολή της 12ης Μαΐου 1947 προς τον γιό του Κώστα, την οποία πρέπει να είχε γράψει την προηγούμενη, που ήταν Κυριακή, γιατί την Δευτέρα 12 Μαΐου συνελήφθη, φαίνεται ότι μέσα σ’ εκείνη την λαίλαπα διατηρούσε την πραότητα και σύνεση, που έπρεπε να έχει ένας ιερωμένος. Οι ευχές του για την «ειρήνευσιν του Έθνους, ίνα καταπαύση ο αλληλοσπαραγμός και η άσκοπη αιματοχυσία» αποτελούν αψευδή μαρτυρία του ή­θους του και της άδικης εκτέλεσής του, μετά από λίγο, από τους αντάρτες:
    «Ελατόβρυση τη 12η Μαΐου 1947
    Παιδί μου Κώστα, σε φιλούμε άπαντες. Δι’ ημάς μη στενοχωρείσαι διόλου, υγιαίνομεν καλώς. Η μητέ­ρα σου ήλθε προ δύο ημερών και πάλιν θα κατέλθη έως κάμουν εξετάσεις τα παιδιά. Ο Δαμιανός υγιαίνει και καλώς μαθητεύει. Γράφε εις Δαμιανόν και απ’ εκεί μανθάνω.
    Σε φιλούμε γλυκά και για τον ερχομό της γιορτής σου, ευχόμεθα ολόψυχα χρόνια πολλά και ειρήνευσιν του έθνους, ίνα καταπαύ­ση ο αλληλοσπαραγμός και η άσκοπη αιματοχυσία, η εξυπηρετούσα ξένα συμφέροντα. Η μητέρα, αι αδερφαί σου και συγγενείς και εγώ ο πατέρας σου».
    Σύμφωνα με την περιγραφή του συμβολαιογράφου της Ναυπάκτου Νικολάου Δημόπουλου, που είδε το φως το 1959, μεταξύ 5 και 12 Μαΐου 1947 πάνω από 700 αντάρτες με επικεφαλής τον καπετάν-Γιώτη, στον οποίο υπάγονταν οι ομάδες των Παπούα, Κουτρούκη, Καπλάνη, Ζαχαρία, Ρουμελιώτη, Ψαριανού, Ερμή, Παπαϊωάννου, Περικλή κ.λπ., πέρασαν από την περιοχή. Στην Ελατόβρυση στρατολόγησαν περί τα 26 πρόσωπα, λεηλάτησαν πολλά σπίτια και συνέλαβαν τον εφημέριο Παπα-Θανάση Πια, πασίγνωστο για τη δράση του με τον ΕΔΕΣ κατά την Αντίστα­ση, και τον οπλίτη Μιχαήλ Σχινά.
    Το σπίτι του Παπα-Θανάση λεηλατήθηκε εξ ολοκλήρου, έ­σφαξαν όλα τα οικόσιτα ζώα και τον ίδιο τον έσυραν ως τη θέση Λάλκα Κρυονερίου, όπου τον βασάνισαν και τον εξετέλεσαν στις 13 Μαΐου 1947 λογχίζοντας το σώμα του.
    Μετά από έρευνα 8 ημερών, το πτώμα του βρέθηκε μέσα σ’ ένα πρόχειρο λάκκο και μεταφέρθηκε στην Ελατόβρυση, όπου την Τετάρτη 21η Μαΐου, έγινε πάνδημη κηδεία του, με τη συμμε­τοχή της 74ης Ταξιαρχίας Στρατού, που έφθασε εκεί. Όπως αναφέρει ο Δημόπουλος:
    «Καίτοι από της εκτελέσεώς του είχε παρέλθει οκταήμερον και παρά τον καύσωνα των ημερών, το καθηγιασμένο σώμα του μάρτυρος Ιερέως Παπα-Θανάση όχι μόνον δεν ανέδιδε καμίαν δυ­σοσμίαν, άλλ’ αντιθέτως ευωδίαζε, ωσάν να είχεν ραντισθή με ακριβά αρώματα».
    Σύμφωνα με την ιατροδικαστική έκθεση, που έγινε από τον γιατρό της 74ης Ταξιαρχίας, ο θάνατος προήλθε από τρία κτυπή­ματα στο κρανίο (ένα στο μέτωπο και από ένα στους κροτάφους) με ξιφολόγχη ιταλικού τουφεκιού. Αυτά τα κτυπήματα καταφέρ­θηκαν, μετά την πρόσδεση του μάρτυρα σε ένα έλατο «δίκην εσταυρωμένου».
    Ο έλατος αυτός έχει ξεραθεί πριν από πολλά χρόνια και στέ­κει έτσι ξερός, όρθιος όμως, δίπλα στο εικόνισμα που τοποθετήθηκε στον χώρο της εκτέλεσης, για να αποτελεί τον αψευδή μάρτυρα της φοβερής εκείνης εποχής και των αθώων θυμάτων της, όπως ο Παπα-Θανάσης Πιάς.

     «Ο σταυρωθείς και θανατωθείς δια λογχισμών Παπαθανάσης Πιάς, ιερεύς του χωρίου Ελατόβρυση της Ναυπακτίας, ο σεμνός λειτουργός του Υψίστου, πρότυπον προότητος και καλωσύνης, κατά γενικήν ομολογίαν των κατοίκων ολοκλήρου της περιοχής, εσύρθη τα μεσάνυχτα εις τον τόπον του μαρτυρίου του από τους επιδραμώντας εις το ανωτέρω χωρίον συμμορίτας. Μετά μιας ώ­ρας πορείαν ο «δημοκρατικός στρατός» τον ίδεσεν είς ένα έλατο και ειδεχθής συμμορίτης του εκάρφωσε την ξιφολόγχην του είς την αριστεράν του ωμοπλάτην πέρα ως πέρα. Ακολούθως υπό τους καγχασμούς των άλλων συμμοριτών τον ελόγχισε και είς την άλλην ωμοπλάτην, εις την κοιλίαν και τέλος δι' ενός τελειωτικού λογχισμού του διεπέρασε το κρανίον». (Εφ. «Η Καθημερινή», αρ. φ. 10678, 11 Ιουνίου 1947)
    

    Παραθέτω το μεγαλύτερο μέρος του: Στην κηδεία παρέστη ο Διοικητής της 74ης ταξιαρχίας Κόκκινος, με εντολή του οποίου απονεμήθηκαν τιμές και δόθηκε επι­σημότητα. Ο επικήδειος εκφωνήθηκε από τον τότε υπολοχαγό Γεώργιο Μαυραγάνη, από την Κόρινθο, που αποστρατεύθηκε με τον βαθμό του αντιστράτηγου ε.α.
    «Αλησμόνητε Παπα-Θανάση,
    Με σπαραγμό ψυχής θα σου ειπώ τα τελευταία αποχαιρετιστή­ρια λόγια, στο μισεμό σου για τη χώρα των Ηρώων, για λογαρια­σμό της Αγαπημένης μας Πατρίδας, της Ελλάδας μας.
    Θα πω δυο λόγια για να αλαφρώσω τον πόνο μιας Μάνας, συζύγου που μένει χωρίς στήριγμα στη ζωή, παιδιών και κοριτσιών που ορφανεύουν. Μιας ενορίας που μένει χωρίς τον συμπα­ραστάτη στη λύπη και τη χαρά, χωρίς τον οδηγό, τον δίκηο κριτή, τον αγαθό και πράο ερμηνευτή του Θεϊκού Μεγαλείου, της αλή­θειας και της δικαιοσύνης. Αλλά, ποιος μπορεί με όσα λόγια και αν πη να αλαφρώση τον πόνον τη θλίψη του περιστεριού, όταν χάση το ταίρι του;
    Ποιος μπορεί να μετριάση τον πόνο και τον σπαραγμό των απορφανιζομένων κοριτσιών, που αντί να βλέπουν το σπίτι τους στολισμένο με τα λουλούδια της χαράς του γάμου, το βλέπουν στολισμένο με τα άχαρα κατάμαυρα πανιά του πένθους;
    Που, αντί να αντηχή ο εύθυμος σκοπός της φλογέρας της χα­ράς, αντηχεί ο πένθιμος σκοπός, που ξεσχίζει την καρδιά; Που, αντί να βλέπουν τον πατέρα τους να ακτινοβολή από χαρά και ενθουσιασμό, τον βλέπουν άφωνο και ψυχρό με τη φρίκη ζωγρα­φισμένη ακόμα στο πρόσωπό του από έναν άδικο σκοτωμό; Αν ο πόνος που επιβάλη κάθε φορά ο θάνατος είναι μεγάλος και αγιάτρευτος, τούτη τη φορά, αξέχαστε Γέροντα, είναι σκληρό­τερος είναι τρανώτερος. Δεν θλίβει μόνο, αλλά ματώνει την καρ­διά. Ματώνει την καρδιά, γιατί ο τρόπος που φεύγεις από κοντά μας είναι τραγικός. Δεν ήρθε ο Χάρος, όπως συνήθως, για να εκπληρώσει το άχαρο έργο του…
    Σε σάς τους Ήρωες, που ποτίζετε με το αίμα σας το αθάνατο δένδρο της Ελληνικής Λευτεριάς, η ευγνωμοσύνη όλων μας θα είναι αιώνια. Η μνήμη σας θα γεμίζει τα μάτια μας δάκρυα, αλλά θα πλημμυρίζη και την καρδιά μας από εθνική υπερηφάνεια, σαν εκείνη, που νοιώθουμε στη μνήμη των άλλων μεγάλων Ηρώων της λαμπράς μας Εθνικής Ιστορίας. Η 74η Ταξιαρχία, τιμώσα την μνήμην σου, καταθέτει το στεφά­νι τούτο με τ’ αγριολούλουδα της γης, για την οποία εθυσιάσθης.
    Ας είναι ελαφρό το χώμα, που θα σε σκεπάση, αλησμόνητε Παπα-Θανάση».
    […]
    Τιτλοφορήσαμε το βιβλίο αυτό «Πέραν από το καθήκον». Πράγματι ο Παπα-Θανάσης έφθασε πολύ πέραν από αυτό. Μπορούσε να διαφύγει, μπορούσε να συμβιβασθεί και να απαρνηθεί όσα πίστευε, εν τούτοις έμεινε εκεί προαισθανόμενος το τέλος του. Αυτόν, που δεν τον φόβησαν οι μεγάλοι πόλεμοι και η Μικρασιατική εκστρατεία, δεν ήταν δυνατό να τον καταβάλει η ιδέα του θανάτου. Ζούσε πια μ’ αυτή.
    Πάνω από όλα όμως έθετε την ευθύνη του και την αποστολή του ως κληρικού. Ήταν ο πνευματικός πατέρας σε τόσο δύσκο­λα και ταραγμένα χρόνια των ενοριτών, που του εμπιστεύθηκε η Εκκλησία. Κι έμεινε κοντά τους ως την τελευταία στιγμή στηρίζοντάς τους και βοηθώντας τους να ξεπεράσουν τα καθημερινά προβλήματα, που αντιμετώπιζαν.
    Σήμερα βρισκόμαστε ασφαλώς πολύ μακριά από τη φοβερή εκείνη εποχή. Οι νέοι τ’ ακούνε όλα αυτά με απορία, κάποτε με δυσπιστία. Μα ήταν δυνατόν; Και όμως ο τόπος μας την εποχή εκείνη έφθασε σε τέτοιο εμφύλιο σπαραγμό και αιματοκύλισμα. Δεν ανήκει στις προθέσεις του βιβλίου αυτού να αναξέσει παλιές πληγές. Δεν μπορεί εν τούτοις μπροστά στην περίπτωση της ωραίας εκείνης μορφής του Παπα-Θανάση Πιά να μην διατυ­πώσει ένα μονολεκτικό ερώτημα: Γιατί; Και να θυμίσει την ευχή που έκανε ο ίδιος λίγο πριν το μαρτύριο και τον άδικο χαμό του:
    «Δια την ειρήνευσιν του Έθνους, ίνα καταπαύση ο αλληλο­σπαραγμός και η άσκοπη αιματοχυσία».

     […] Η Παπαδιά έκανε βόλτες στενοχωρημένη. Μάλιστα, πήγε δυο φορές στον Καπλάνη και τον παρακάλεσε ν’  αφήσει ελεύθερο τον Παπά. Είχε καταλάβει, ότι θα τον έπαιρναν μαζί τους. Το βράδυ, τον πήραν τον Παπά μαζί τους, οι αντάρτες. Σε δυο μέρες, σαν παιδί που ήμουνα, έμαθα, ότι τον Παπά τον κρέμασαν. Πήγαν πολλοί δικοί μας, ψάξαν στη «Λάλκα», στα βουνά και τον βρήκε το σκυλί του, που είχε πάει κοντά στην Παπαδιά, σκοτωμένον μέσα στο δάσος. Μετά, τον έφεραν στο σπίτι του. Ήταν πολύ φρέσκος. Φρεσκότα­τος. Παρόλο —νομίζω— που ήταν 13 ημέρες πεθαμένος. Ήταν, σαν εκείνη την ώρα. Μύριζε κολώνια. Κολώνια, σαν να του είχες ρίξει σ’ όλο το σώμα του. Αυτό το θυμάμαι πολύ καλά. Όταν πήγα στο σπίτι του Παπά και με είδε η Παπαδιά μου είπε: «Παιδί μου, πήγαινε να μαζέψεις τριαντάφυλλα, να βάλουμε στο θειό σου. Εμένα, μη με λυπόσαστε τώρα, που τον βρήκα. Θα τον ετοιμάσω, θα τον ντύσω και θα καθήσω να τον τραγουδήσω». Έτσι κι έγινε. Πήγα, μάζεψα τριαντάφυλλα και το πήγα στο σπίτι, όπου ήταν η μητέρα μου και όλο το συγγενολόι μας. Φτιάσαμε τον Παπά και η Παπαδιά άρχισε να μοιρολογεί. «Γίνεσαι αντάρτης βρε Παπά, την πίστη σου ν’ αλλάξεις, την Εκκλησία ν’ αφήσεις...». […]… όταν φέραν τον Παπά στο σπίτι του, μπήκα στις γυναίκες που τον αλλάξανε και είδα ότι το σώμα του ήταν ευλύγιστο, σαν να ήταν φρέσκο. Είχε πολλά τραύματα και το νύχια του ήταν ματωμένα. Άκουσα δε, που λέγαν, ότι του είχαν βγάλει τα νύχια από το πόδια του. Μύριζε ωραία. Όσοι ήταν μέσα στο σπίτι λέγαν: «Ελάτε κοντά να μυριστείτε». Μύριζε, σαν να είχε βασιλικό επάνω του. Δεν ήταν πρησμένος και είχε τραύματα στα πόδια του και στα νύχια.  Ακόμα πρέπει να προσθέσω, ότι στη μέση είχε ένα μελάνιασμα από το σχοινί που τον είχε βρει η Παπαδιά και το βράδυ, που μείναμε στο σπίτι με την μητέρα μου, τον έβλεπα κρεμασμένο. Ο Παπάς ήταν σα φρέσκος και μύριζε σαν να του είχαν βάλει κολώνια. Σου άρεσε να πας κοντά να μυριστείς. Τότε ήταν Μάιος μήνας. Ο Παπάς μύριζε βασιλικό, χωρίς να τον έχουμε αλλάξει και στολίσει με λουλούδια».
    

    Αρέσει σε 1 άτομο

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.